Powered By Blogger

Τρίτη 5 Απριλίου 2011

Ο ΜΑΡΤΗΣ

Ο Μάρτης ειν' η άνοιξη
που ανθίζουν τα λουλούδια
που έρχονται οι πελαργοί
που λιώνουνε τα χιόνια


 Ο Μάρτης ειν' ανάμεσα
σε δύο εποχές
ήλιο έχει και βροχές
και πολλά γυρίσματα

  Κι εκεί που αγναντεύεις
με το νου σου ταξιδεύεις
να σου μία αστραπή
να σου και μια δυνατή βροχή

  Μα σαν ο Μάρτης μας τελειώνει
κάμποι ανθίζουν και βουνά
κι όπως βγαίνει ένα μπουμπούκι
τα πουλιά κάνουν φωλιά

  Τότε άνθρωποι και ζώα
απολαμβάνουνε τη φύση
περιμένουνε υπομονετικά
καλοκαίρι να μυρίσει...

ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΤΩΝ ΦΟΡΤΗΓΩΝ

  Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα κουβαλάνε,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.

 Τα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι' αυτούς σαν μια γλυκιά γυναίκεια συντροφιά.

 Είναι περήφανη κι οκνή, καθώς όλες οι γάτες,
κι είναι τα γκρίζα μάτια της γιομάτα ηλεκτρισμό*
κι όπως χαϊδεύουν απαλά τη ράχη της, νομίζεις
πως αναλύεται σ' ένα αργό και ηδονικό σπασμό.

 Στο ρεμβασμό και στο θυμό με τη γυναίκα μοιάζει
κι οι ναύτες περισσότερο την αγαπούν γι' αυτό*
κι όταν αργά και πρόθυμα στα μάτια τους κοιτάζει,
θαρρείς έναν  παράξενο πως φέρνει πυρετό.

 Της έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σίδερου την κακήν αρρώστια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ  να κατορθώνουν
να την φυλάξουν απ’ το μαύρο θάνατο μ’ αυτό.

 Γιατί είναι τ’ άγρια μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο τα τραβά ,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σ' ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.

 Λίγο πριν απ’ το θάνατο από τους ναύτες ένας,
–αυτός π ου ’δε πράματα στη ζήση τ ου φριχτά–
χαϊδεύοντάς την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μες στη θάλασσα την άγρια την πετά .

 Και τότε ι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά η καρδιά το υς,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτη μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουμε θερμή γυναίκα αγαπητή.

ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠ' ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ...



Βγαίνοντας  από το σχολειό μας
Συναντήσαμε
Ένα μεγάλο σιδηρόδρομο
Μας έφερε μια βόλτα
Γύρω τριγύρω από τη γη
Σ΄ ένα χρυσό βαγόνι
Και γύρω γύρω από τη γη μας
Συναντήσαμε
Τη θάλασσα να κάνει τον περίπατό της
Μαζί με τα κοχύλια της
Με τ΄ αρωματισμένα της νησιά
Με τα ωραία της ναυάγια
Και με τους καπνιστούς της σολομούς
Και συναντήσαμε
Πάνω απ΄  τη θάλασσα
Τ ΄  αστέρια που μαζί με το φεγγάρι
Με ιστιοφόρο ταξιδεύανε
 Για Ιαπωνία
Κι ακόμα συναντήσαμε τους τρεις σωματοφύλακες
Που με τα χέρια γύριζαν
Τη μανιβέλα ενός μικρού υποβρύχιου
Κι εκείνο βυθιζότανε
 Ψάχνοντας αχινούς.
Κι όταν γυρίσαμε στη γη μας
Συναντήσαμε
Πάνω σ΄ εκείνη τη γραμμή του σιδηροδρόμου
Ένα σπίτι
Που γύρω από τη γη όλο γύριζε
Και γύρω από τη θάλασσα
Και προσπαθούσε να ξεφύγει απ΄ το χειμώνα
Που το κυνηγούσε.
Αλλά κι εμείς πάνω στο σιδηρόδρομο
Αρχίσαμε να τρέχουμε να τρέχουμε
Πίσω από το χειμώνα
Ώσπου στο τέλος τον πατήσαμε
Κι έτσι το σπίτι πια σταμάτησε να τρέχει
Κι η άνοιξη που ήταν σταθμάρχης
Βγήκε και μας χαιρέτησε
Μας ευχαρίστησε
Και τότε τα λουλούδια όλης της γης
Βαλθήκανε να σπρώχνουν
Από παντού το σιδηρόδρομο
Κι εκείνος πια δεν ήθελε να προχωρήσει
Από το φόβο μήπως τα πατήσει
Κι έτσι κι εμείς
Γυρίσαμε πια πίσω με τα πόδια
Γύρω τριγύρω από τη γη
Γύρω τριγύρω από τη θάλασσα
Και γύρω από τον ήλιο
Το φεγγάρι και τ΄  αστέρια
Με τα πόδια
Και με τα πόδια και με τ ΄ άλογα και μ΄ αυτοκίνητα
Και τέλος με ιστιοφόρα.

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

ΠΩΣ ΝΑ ΖΩΓΡΑΦΙΣΕΤΕ ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ

Ζωγραφίστε  πρώτα ένα κλουβί
με την πόρτα ανοιχτή
ζωγράφισε μετά
κάτι όμορφο
κάτι απλό
κάτι ωραίο
κάτι χρήσιμο
για το πουλί
ακουμπήστε μετά το μουσαμά πάνω σ΄ ένα δέντρο
σ΄ έναν κήπο
σ΄ ένα πάρκο
ή σ΄ ένα δάσος
κρυφτείτε πίσω από το δέντρο
χωρίς μιλιά
τελείως ακίνητοι …
Κάποτε το πουλί έρχεται γρήγορα
μα μπορεί και να περιμένει χρόνια
πριν τ΄ αποφασίσει
Μην απογοητευτείτε
περιμένετε
περιμένετε αν χρειαστεί χρόνια ολόκληρα
το αν έρθει γρήγορα ή αργά το πουλί
δε θα ΄ χει καμιά σχέση
με το αν ο πίνακας είναι καλός
Όταν φτάσει το πουλί
αν φτάσει
κρατείστε απόλυτη σιωπή
περιμένετε να μπει το πουλί στο κλουβί
κι όταν μπει
κλείστε απαλά την πόρτα με το πινέλο
μετά
σβήστε ένα ένα όλα τα σύρματα
προσέχοντας να μην αγγίξετε ούτε ένα φτερό του πουλιού
Ζωγραφίστε κατόπιν το δέντρο
διαλέγοντας το πιο ωραίο κλαδί του
για το πουλί
ζωγραφίστε ακόμη το πράσινο φύλλωμα
και τη δροσιά του ανέμου
τη σκόνη του ήλιου
το σούρσιμο των ζώων στη χλόη
μέσα στο κάμα του καλοκαιριού
και μετά περιμένετε ν΄ αποφασίσει
το πουλί να τραγουδήσει
Αν δεν τραγουδήσει το πουλί
είναι κακό σημάδι
σημάδι πως ο πίνακας είναι κακός
μ΄ αν τραγουδήσει είναι καλό σημάδι
σημάδι πως μπορείτε να υπογράψετε
Τραβάτε λοιπόν πολύ απαλά
ένα φτερό απ΄ το πουλί
και γράψετε τ΄ όνομά σας
σε μια γωνιά του πίνακα.

Η ΣΑΥΡΑ


Η σαύρα της αγάπης 
Πάλι το 'σκασε
Αφήνοντας στα χέρια μου 
Την ουρά της 
Όμως αυτήν κι εγώ
Ηθελα να κρατήσω

ΓΛΥΚΟ ΤΟΥ ΚΟΥΤΑΛΙΟΥ


 Να ιδώ ποιός είμαι ζύγωσα και πούθε
το χώμα μου κρατά.Μπήκα και στάθηκα
στο σπίτι τ' αλμυρό, σιμά σε λάκκο.

 Μια μαντιλοδεμένη μου 'φερε νερό,
μου πρόσφερε γλυκο* ευχαριστώ την.

 Έκοψε και καρπούς από τον Κήπο
του ποθητού σπιτιού μου, φρούτα λαμπερά
ό,τι λογής, διάχυτα με χείλη
πραγματικά και μέλη εμποτισμένα
στην καλοσύνη της χαράς αντιδωρήματα.

 Της είπα ευχαριστώ, αναθάρρησα και ζήτησα
το σπίτι μου να ιδώ, αν επιτρέπεται.

 "Και βέβαια επιτρέπεται", μου λέει
"μπορείς να 'ρθείςκαι στην κρεβατοκάμαρα".

 Μπαίνω, θωρώ τη μάνα μου στον τοίχο
να με κοιτάειαπό 'να κάδρο.Αφήνω
την εντροπή και γύρεψα να πάρω
την μάνα μου ο δόλιος απ'την Τροία.

 "Πάρτηνε" λέει αυτή σαν καλογελαστή,
"τι να την κάνω τώρα πια που ξέρω;
Να πούμε την αλήθεια, τη νομίσαμε
ηθοποιό με κείνη την κοτσίδα
και τα λουλούδια γύρω της και με τη χάρη
που την ομπρέλα της κρατεί".

 Άξιζε βέβαια να προσθέσεικαι το χέρι
που γαντοφορεμένο, ραδινό
σε καναπέ ακουμπούσε* αλλα τι περιμένεις;

 Σάμπως γνωρίζει πόσοι αιώνες κύλησαν
ίσαμε που να φτάσουμε στη σύνταξη
γλυκό του κουταλιού; μεγάλο θέμα.

 Πάλι καλά που μ' άφησε και μπήκα
στο σπίτι μου το πατρικό η γυναίκα.
Μη συνεχίσουμε άλλο κι αγριέψει.
Το μόνο που εύχομαι: από καιρού εις καιρό
να 'χω την άδεια της να ξανάβλεπα
την όψη τη γλυκιά του ποθητού μου.